Ένα ταξίδι στο Αιγαίο και τις Μικρές Κυκλάδες μέσα από την σύγχρονη λογοτεχνία.

 

Η αφηγηματική παράσταση υποστηρίζεται απο τις εκδόσεις ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ, η οποία θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 29 Ιουνίου 2019, η ώρα 7:30μ.μ. στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Λεμεσού.
Αφήγηση: Εύη Γεροκώστα, Γιώτα Θ. Δασκαλάκη.

 

Ένα νησί. Ένας οικισμός. Μιλούν οι πέτρες. Και λένε μια ιστορία, παλιά, κεντημένη πάνω τους.
Ένα δεύτερο νησί. Πιο μικρό και έρημο. Η Κέρος. Με σχήμα ξαπλωμένης γυναίκας.
Μετά το αφηγηματικό ταξίδι στην Αθήνα, τώρα στην Κύπρο, δύο αφηγήτριες ενώνουν τις φωνές και τις ανάσες τους σε μία παράσταση με αφορμή δύο βιβλία της Εύης Γεροκώστα, τον "Ασφοντυλίτη" και την "Γυναίκα που κοιμάται". Πέτρα, θάλασσα, άνθρωπος. Δύο ιστορίες που βρίσκονται κοντά στην πραγματικότητα αλλά και πέρα απ' αυτή...


Είσοδος ελεύθερη.

 

Published in ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον πρόλογο του βιβλίου του Ν.Καζαντζάκη, "Αναφορά στον Γκρέκο".

 

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

 

Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

 

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’αποχαιρετίσω; τι ν’αποχαιρετίσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.

 

Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ανηφορίζω;

 

Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

 

Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα ετούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το ’σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σαν να’σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη;

 

Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σαν να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα’μια αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.

 

Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα ετούτη το χώμα! Ζυμώθηκε μ’αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει-που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.

 

Κι όταν, τα ολοστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο-το πρόσωπό του!

 

Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.

 

Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.

 

Εχετε γειά!

 

Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γής, ν’ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο, δύσκολο, δύσκολο πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα το κόσμου λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω, μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει:

 

“Στάσου ακόμα!»

 

Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σαν σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σαν βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει:

 

«Στάσου ακόμα!»

 

Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστέκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε, γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα:

 

“Eλα... έλα... έλα...»

 

Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.

 

Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. Εκαμα να σου πω:

 

«Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

 

Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις.

 

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

 

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’μου μια προσταγή.

 

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

 

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου...

 

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

 

Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

 

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

 

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

 

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

 

Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.

 

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

 

Ήταν η φωνή σου, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;

 

To λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο Θεός, το λαμπρότερο πρόσωπο της ελπίδας είναι ο Θεός, πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου, κοιτάζω μέσα μου, η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε, πρέπει να’ρθει πάλι ο Νούς ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους νόμους, πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.

 

Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ’έσπρωχνες πάντα, άκουγα μέρα νύχτα την προσταγή σου, μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα, αυτό είχα βάλει χρέος μου, αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. Όρθιος στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.

 

Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου, να που πολέμησα, να πως πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λιποτάχτησα, τα δόντια μου καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ’ένα κόκκινο μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.

 

Ένα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου ν’απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν’αλαφρώσω, θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν’αλαφρώσω.

 

Άκουσέ το λοιπόν, Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση, άκουσε, Παππού, τη ζωή μου, και αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό, δώσε μου την ευκή σου!

 

Πηγή: thessalonikiartsandculture.gr

 

Published in ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Λεμεσιανός διαγωνιζόμενος Αντώνης Γεωργίου έλαβε σε ειδική πανηγυρική τελετή στις Βρυξέλλες το Βραβείο της ΕΕ για τη Λογοτεχνία ( ΠΚΕ ) για το έτος 2016, μεταξύ άλλων 12 Ευρωπαίων συγγραφέων.

 

 

 

Το βραβείο περιλαμβάνει ένα € 5.000 εφάπαξ ποσό και η προτεραιότητα να λάβουν επιχορηγήσεις της ΕΕ μέσω του προγράμματος στήριξης της ευρωπαϊκής πολιτιστικής για τις μεταφράσεις, Δημιουργική Ευρώπη.

 

Ο πρέσβης της Κύπρου Κορνήλιος Κορνηλίου ανέβασε στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter στιγμιότυπο από την βράβευση του Αντώνη Γεωργίου και συγχαρητήριο μήνυμα.

 

Ένας από τους νικητές θα επωφεληθεί επίσης από την επιχορηγούμενη εγκατάσταση ενός μηνός στις Βρυξέλλες , χάρη στο συνεργάτη της εκδήλωσης βιβλιοπωλείο Pasa Porta. Τα βραβεία απονεμήθηκαν από τον Tibor Navracsics, Επίτροπο Εκπαίδευσης, Πολιτισμού, Νεότητας και Αθλητισμού, μαζί με Jet Bussemaker, Υπουργό Πολιτισμού της ολλανδικής προεδρίας της ΕΕ. Στην τελετή παρέστησαν επίσης τα μέλη των επιτροπών Πολιτισμού, Παιδείας και Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και από άλλες εξέχουσες προσωπικότητες από τον κόσμο της λογοτεχνίας, του πολιτισμού και της πολιτικής.

 

Η βράβευση διοργανώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συγγραφέων, την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εκδοτών και την Ευρωπαϊκή και Διεθνή Ομοσπονδία Βιβλιοπωλών με την υποστήριξη της Κομισιόν, ο διαγωνισμός είναι ανοικτός σε συγγραφείς στις 37 χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της ΕΕ “Δημιουργική Ευρώπη”.

 

“Η τελετή απονομής των βραβείων για το 2016 σηματοδοτεί την αρχή μιας αναγνώρισης για το λογοτεχνικό ταλέντο των νέων συγγραφέων από πολλές ευρωπαϊκές χώρες “, δήλωσε ο Δρ Nick Yapp, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Συγγραφέων, “είναι μία από αυτές τις σημαντικές στιγμές, όταν η δημιουργικότητα είναι αναγνωρίζεται, είναι η απόδειξη ότι ο πολιτισμός μας, στον οποίο μεγάλο μέρος από την απόλαυση της ζωής μας εξαρτάται και στον οποίο τόσο πολύ η οικονομία μας βασίζεται , είναι σε καλά χέρια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συγγραφέων είναι στην ευχάριστη θέση να διαδραματίζει ρόλο στη διοργάνωση της εκδήλωσης αυτής, και εύχεται ένα δημιουργικό μέλλον στους συγγραφείς που βραβεύονται σήμερα".

 

Ο Pierre Dutilleul , Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Εκδοτών, πρόσθεσε: ” Η Τελετή Απονομής των Βραβείων είναι μια ευκαιρία να χειροκροτήσουμε τους συγγραφείς που κέρδισαν το βραβείο και για να γιορτάσουμε την αναδυόμενη λογοτεχνική σκηνή στην Ευρώπη , τονίζοντας τη σημασία της προώθησης της πολιτιστικής πολυμορφίας στην ήπειρό μας και στην διακρατική κυκλοφορία της".

 

Ο Jean-Luc Treutenaere , συν- πρόεδρος της EIBF, δήλωσε: «Το ετήσιο Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Τελετή Απονομής Βραβείων Λογοτεχνίας είναι μια μοναδική ευκαιρία για να γιορτάσουμε τις ευρωπαϊκές αξίες , μεταξύ των οποίων και την προσήλωσή μας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, και να εκφράσουμε τον ενθουσιασμό μας για αυτό το φανταστικό ποικίλο φάσμα αναδυόμενων λογοτεχνικών ταλέντων κάθε χρόνο για τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση των ευρωπαϊκών αναγνωστών. Οι Βιβλιοπώλες ανυπομονούν να δουν αυτούς τους οι τίτλους να διατίθενται στα βιβλιοπωλεία τους σε όσες περισσότερες μεταφράσεις και χώρες είναι δυνατόν!”

 

Σύμφωνα με το σύντομο βιογραφικό σημείωμα, που δημοσιοποίησαν οι διοργανωτές, ο Κύπριος νικητής Αντώνης Γεωργίου γεννήθηκε στη Λεμεσό, το 1969, σπούδασε νομικά στη Μόσχα και εργάζεται ως δικηγόρος. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού “Άνευ”. Ήταν, επίσης, στην ομάδα επεξεργασίας των Ημερολογίων Θεάτρου, μιας σειράς δημοσιεύσεων που απεικονίζουν την ιστορία του θεάτρου στην Κύπρο. Έχει επίσης μεταπτυχιακό τίτλο στις θεατρικές σπουδές από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Το 2016 , δημοσίευσε ένα βιβλίο ποίησης, το Πανσέληνος παρά μία ) , και ένα βιβλίο με διηγήματα, Γλυκιά αιματηρή ζωή, το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγημάτων.

 

Έχει επίσης συμβάλει σε πολλές συλλογές διηγημάτων. Ο Αντώνης Γεωργίου γράφει θεατρικά έργα, μερικά από τα οποία έχουν ανέβει από διάφορες θεατρικές ομάδες στην Κύπρο. Το έργο του Αγαπημένο μου Πλυντήριο Ρούχων (2007) κέρδισε το Βραβείο Θεάτρου του ΘΟΚ και εντάχθηκε στο ρεπερτόριο του.

 

Ο Αντώνης Γεωργίου είναι επίσης ο συγγραφέας των έργων Νόσος 2009, ο Κήπος μας 2011, La Belote 2014, και Ήμουν η Λυσιστράτη, του 2016.

 

Το βιβλίο του “Ενα άλμπουμ Ιστορίες”, που δημοσιεύθηκε το 2014, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου ως μυθιστόρημα.

 

Published in ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Η μεγαλύτερη τοπική εφημερίδα της Κύπρου! Η εφημερίδα «Λεμεσός» είναι η μεγαλύτερη τοπική εφημερίδα όχι μόνο της πόλης και επαρχίας Λεμεσού αλλά και παγκύπρια. Κυκλοφορεί κάθε Παρασκευή σε χιλιάδες αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν... [περισσότερα]

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: P & E Publishers & Advertising Ltd
Διεύθυνση: ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΟΜΟΝΟΙΑΣ 67,
EVIS COURT, ΓΡ.1, 3052, ΛΕΜΕΣΟΣ
Email: elemesos@cytanet.com.cy
Τηλ: 25877464, 25877465, 99348555
Fax: 25565325

Top